αὐλωπίας

αὐλωπίᾱς , αὐλωπίας
Serranus gigas
masc acc pl
αὐλωπίᾱς , αὐλωπίας
Serranus gigas
masc nom sg (attic epic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αυλωπίας — αὐλωπίας, ο (Α) είδος μεγάλου ψαριού που μοιάζει με τον ανθία, ίσως ο Serranus gigas. [ΕΤΥΜΟΛ. < αυλός + ωπίας < ωπ (< *ωψ, *ωπός «όψη, μάτι, πρόσωπο», πρβλ. οψ, οπός) + ίας (πρβλ. μυωπίας, οξυωπίας κ.ά.)] …   Dictionary of Greek

  • αὐλωπίαι — αὐλωπίας Serranus gigas masc nom/voc pl αὐλωπίᾱͅ , αὐλωπίας Serranus gigas masc dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐλωπία — αὐλωπίᾱ , αὐλωπίας Serranus gigas masc nom/voc/acc dual αὐλωπίας Serranus gigas masc voc sg αὐλωπίᾱ , αὐλωπίας Serranus gigas masc voc sg (attic) αὐλωπίᾱ , αὐλωπίας Serranus gigas masc gen sg (doric aeolic) αὐλωπίας Serranus gigas masc nom sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐλωπίαν — αὐλωπίᾱν , αὐλωπίας Serranus gigas masc acc sg (attic epic doric aeolic) αὐλωπίας Serranus gigas masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αυλός — Πνευστό μουσικό όργανο αρχαιότατης προέλευσης. Αιγυπτιακές τοιχογραφίες μάς πληροφορούν ότι οι Αιγύπτιοι γνώριζαν τουλάχιστον τρία είδη α.: τους ευθύαυλους μιμ με επιστόμιο και πέντε οπές, τους πλαγίαυλους σέμπι, που παίζονταν περίπου όπως και τα …   Dictionary of Greek

  • ιερός — ή, ό, θηλ. και ά (ΑΜ ἱερός, ά, όν και ἱερός, όν, Α ιων. και ποιητ. τ. ἱρός, ή, όν, δωρ. τ. ἱαρός, αιολ. τ. ἶρος και ἴαρος) 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον θεό ή στη λατρεία του και γενικά στη θρησκεία, άγιος, όσιος (α. «ιερό ευαγγέλιο» β.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.